ρασκέτα
•
- παρωχημένοεργαλείο (είδος ξύστρας ή ξέστρου) με το οποίο ξεκολλούσαν το κάρβουνο που έπρεπε να ριχτεί στο λέβητα ενός ατμόπλοιου Βικιλεξικό
- Κάργα ρασκέτα και λοστό / τον Μπέη να περάσω / και μες στου Κάρντιφ τα νερά / εκεί να πάω ν' αράξω. (Από το τραγούδι «Ο θερμαστής» σε στίχους και μουσική του Γιώργου Μπάτη)
- λοστοί, ρασκέτες, φτυάρια περνοῦν ἀπό χέρι σέ χέρι μέ ἀστραπιαία βία καί χειρίζονται μέ πεῖρα καί γρηγοράδα, ἐνῷ ἄγριες σάν πολεμικές ἰαχές, σχεδόν πρωτόγονες, ἀκούγονται ν'ανεβαίνουν ἀπό τή γραδελάδα στήν κουβέρτα. (Κωνσταντίνος Χαρ. Κουλιανός, Υγρά Κύθηρα (διηγήματα), εκδ. Μαυρίδη, 2008, σελ. 182)
Ετυμολογία
ρασκέτα < (άμεσο δάνειο) ιταλική raschiétta < raschiare < δημώδης λατινική *rasculum < λατινική rado < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *razd- < *reh₁d- (ξύνω, γρατσουνώ, ροκανίζω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρασκέτα | ρασκέτες |
| Γενική | ρασκέτας | ρασκετών |
| Αιτιατική | ρασκέτα | ρασκέτες |
| Κλητική | ρασκέτα | ρασκέτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →