ρατσιστικός
•
- που αναφέρεται στο ρατσισμό Βικιλεξικό
- ρατσιστική βία
Ετυμολογία
ρατσιστικός < ρατσιστ(ής) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ρατσιστικός | ρατσιστική | ρατσιστικό |
| Γενική | ρατσιστικού | ρατσιστικής | ρατσιστικού |
| Αιτιατική | ρατσιστικό | ρατσιστική | ρατσιστικό |
| Κλητική | ρατσιστικέ | ρατσιστική | ρατσιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ρατσιστικοί | ρατσιστικές | ρατσιστικά |
| Γενική | ρατσιστικών | ρατσιστικών | ρατσιστικών |
| Αιτιατική | ρατσιστικούς | ρατσιστικές | ρατσιστικά |
| Κλητική | ρατσιστικοί | ρατσιστικές | ρατσιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →