Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρατσιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αναφέρεται στο ρατσισμό Βικιλεξικό
    • ρατσιστική βία

Ετυμολογία

ρατσιστικός < ρατσιστ(ής) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήρατσιστικόςρατσιστικήρατσιστικό
Γενικήρατσιστικούρατσιστικήςρατσιστικού
Αιτιατικήρατσιστικόρατσιστικήρατσιστικό
Κλητικήρατσιστικέρατσιστικήρατσιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήρατσιστικοίρατσιστικέςρατσιστικά
Γενικήρατσιστικώνρατσιστικώνρατσιστικών
Αιτιατικήρατσιστικούςρατσιστικέςρατσιστικά
Κλητικήρατσιστικοίρατσιστικέςρατσιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →