ραφιγραφικός
•
- που έχει σχέση με τη ραφιγραφία ή τον ραφιγράφο ή αναφέρεται σ' αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ραφιγραφικός < ραφιγράφος / ραφιγραφία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ραφιγραφικός | ραφιγραφική | ραφιγραφικό |
| Γενική | ραφιγραφικού | ραφιγραφικής | ραφιγραφικού |
| Αιτιατική | ραφιγραφικό | ραφιγραφική | ραφιγραφικό |
| Κλητική | ραφιγραφικέ | ραφιγραφική | ραφιγραφικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ραφιγραφικοί | ραφιγραφικές | ραφιγραφικά |
| Γενική | ραφιγραφικών | ραφιγραφικών | ραφιγραφικών |
| Αιτιατική | ραφιγραφικούς | ραφιγραφικές | ραφιγραφικά |
| Κλητική | ραφιγραφικοί | ραφιγραφικές | ραφιγραφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →