Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ραφιδογραφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη ραφιδογραφία ή τον ραφιδογράφο ή αναφέρεται σ' αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ραφιδογραφικός < ραφιδογράφος / ραφιδογραφία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήραφιδογραφικόςραφιδογραφικήραφιδογραφικό
Γενικήραφιδογραφικούραφιδογραφικήςραφιδογραφικού
Αιτιατικήραφιδογραφικόραφιδογραφικήραφιδογραφικό
Κλητικήραφιδογραφικέραφιδογραφικήραφιδογραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήραφιδογραφικοίραφιδογραφικέςραφιδογραφικά
Γενικήραφιδογραφικώνραφιδογραφικώνραφιδογραφικών
Αιτιατικήραφιδογραφικούςραφιδογραφικέςραφιδογραφικά
Κλητικήραφιδογραφικοίραφιδογραφικέςραφιδογραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →