ραχατλίδικος
•
- που έχει σχέση με το ραχάτι, αναφέρεται σ’ αυτό ή γίνεται με ραχάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ραχατλίδικος < τουρκική rahatlık
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ραχατλίδικος | ραχατλίδικη | ραχατλίδικo / ραχατλίδικο |
| Γενική | ραχατλίδικου | ραχατλίδικης | ραχατλίδικου |
| Αιτιατική | ραχατλίδικο | ραχατλίδικη | ραχατλίδικο |
| Κλητική | ραχατλίδικε | ραχατλίδικη | ραχατλίδικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ραχατλίδικοι | ραχατλίδικες | ραχατλίδικα |
| Γενική | ραχατλίδικων | ραχατλίδικων | ραχατλίδικων |
| Αιτιατική | ραχατλίδικους | ραχατλίδικες | ραχατλίδικα |
| Κλητική | ραχατλίδικοι | ραχατλίδικες | ραχατλίδικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →