ραχοκοκαλιά
•
- ανατομίαη σπονδυλική στήλη Βικιλεξικό
- ο κεντρικός άξονας στον οποίο στηρίζεται μία δομή Βικιλεξικό
- κεντρικό ή ραχιαίο νεύρο σπαθιού ή μαχαιριού (δεν έχουν όλες οι λεπίδες νεύρο, -α)
- μία σύνθετη δημιουργία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ραχοκοκαλιά < ράχη + κόκαλο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ραχοκοκαλιά | ραχοκοκαλιές |
| Γενική | ραχοκοκαλιάς | ραχοκοκαλιών |
| Αιτιατική | ραχοκοκαλιά | ραχοκοκαλιές |
| Κλητική | ραχοκοκαλιά | ραχοκοκαλιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →