Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ραχούλα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ράχη (κορυφογραμμή) Βικιλεξικό
    • Ακριτικό τραγούδι από τη Δ. Μακεδονία, ※ ebooks.edu.gr Νέα Ελληνικά Β' ΕΠΑ.Λ. Γενικής Παιδείας, ημερομηνία ανάκτησης: 24-12-2024

Ετυμολογία

ραχούλα < υποκοριστικό του ράχη

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήραχούλαραχούλες
Γενικήραχούλας—
Αιτιατικήραχούλαραχούλες
Κλητικήραχούλαραχούλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →