Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρεΐζης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ναυτικός όροςκαπετάνιος Βικιλεξικό
    • Τα ημερολόγια αυτά συνήθως τα «κρατούσε» –συνέγραφε– ο «μορφωμένος» του καραβιού, ο γραμματικός ή σκριβάς ή σκριβάνος, όπως λεγόταν, και τα προσυπέγραφε ο αρχηγός του πλοίου, ο καπετάνιος ή ρεΐζης. (Φούλα Πισπιρίγκου, Το ημερολόγιο του «Κίμωνος», εκδ. Ποταμός, 2012, σελ. 13 https://www.potamos.com.gr/download/9e6ee7a77cebc2e31e5f912666de2eb1kimon.pdf)

Ετυμολογία

ρεΐζης < τουρκική reis (πρόεδρος - παρωχημένο, καπετάνιος μικρού σκάφους, ηγέτης) < (κληρονομημένο) οθωμανική τουρκική رئیس (reʾis) πρόεδρος, καπετάνιος < αραβική رَئِيس αρχηγός, ηγέτης

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →