ρεαλίστρια
•
- θηλυκό του ρεαλιστής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρεαλίστρια < ρεαλιστής + κατάληξη θηλυκού -τρια ή ρεαλ(ιστής) + -ίστρια
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρεαλίστρια | ρεαλίστριες |
| Γενική | ρεαλίστριας | ρεαλιστριών |
| Αιτιατική | ρεαλίστρια | ρεαλίστριες |
| Κλητική | ρεαλίστρια | ρεαλίστριες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →