Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρεβένι

/ɾeˈve.ni/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ιδιωματικόανώμαλο έδαφος, πλαγιά Βικιλεξικό
    • Ἐπήραμεν τὸν κατήφορον καὶ ἀφοῦ διήλθομεν τρία ρέματα, ἐπεράσαμεν πολλὰ πλάγια καὶ ρεβένια κ᾿ ἐχώθημεν τέσσαρας φορὰς εἰς τὴν λάσπην. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τὰ Βενέτικα, 1912)
  2. ιδιωματικόποικιλία καπνού καλής ποιότητας, που καλλιεργείται σε επικλινή και ορεινά εδάφη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ρεβένι < αρωμουνική riveni / rivene (terrain accidenté: ανώμαλο / δύσβατο / κακοτράχαλο έδαφος) < σλαβικής προέλευσης равен (ráven) / раван / ravan (επίπεδος, ίσιος, πεδιάδα) < πρωτοσλαβική *orvьnъ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήρεβένιρεβένια
Γενική——
Αιτιατικήρεβένιρεβένια
Κλητικήρεβένιρεβένια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →