Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρεβέρσα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. είδος βολής στο μπάσκετ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ρεβέρσα < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήρεβέρσαρεβέρσες
Γενικήρεβέρσαςρεβερσών
Αιτιατικήρεβέρσαρεβέρσες
Κλητικήρεβέρσαρεβέρσες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →