ρεβανί
•
- γλυκόσιροπιαστό γλυκό που ψήνεται στο φούρνο Βικιλεξικό
- Καπεταναῖοι Κεφαλλωνίτες καί Ζακυνθινοί, ἐλάβομεν τό γράμμα σας καί εἴδαμε ὅσα μᾶς γράφετε. Ἀλλά ἐπειδή καί οἱ μπέηδες καί οἱ ἀγάδες εἶναι τριγύρω στοῦ Λάλα μέ τά ἀσκέρια, δέν ἠμποροῦμεν νά σᾶς ἀποκριθοῦμεν σήμερον […] Λάβετε ὡς τόσον ὀλίγα κεράσια τοῦ Λάλα καί δύο ρεβανιά δι’ ἀγάπην καί μένομεν. («Κατάλοιπα του ’21»: Προδημοσίευση από μια νέα έκδοση με κείμενα του Κωστή Παπαγιώργη, www.lifo.gr, 28.06.2021)
Ετυμολογία
ρεβανί < (άμεσο δάνειο) τουρκική revani < περσική روغنى (ravġanī) < روغن (παχύρρευστο λάδι) < μέση περσική lwkn' (rōγn: λάδι, βούτυρο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρεβανί | ρεβανιά |
| Γενική | ρεβανιού | ρεβανιών |
| Αιτιατική | ρεβανί | ρεβανιά |
| Κλητική | ρεβανί | ρεβανιά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →