ρεβιθιά
•
- φυτόποώδες φυτό του γένους Cicer (είδος Cicer arietinum), με σύνθετα φύλλα κι μικρά άσπρα άνθη, που καλλιεργείται για τους σπόρους τους, τα ρεβίθια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρεβιθιά < ρεβίθ(ι) + -ιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρεβιθιά | ρεβιθιές |
| Γενική | ρεβιθιάς | ρεβιθιών |
| Αιτιατική | ρεβιθιά | ρεβιθιές |
| Κλητική | ρεβιθιά | ρεβιθιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →