ρεγάλο
•
- φιλοδώρημα, δώρο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρεγάλο < (άμεσο δάνειο) ιταλική regalo, «δώρο» < ισπανική regalo < λατινική rex < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₃rḗǵs
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρεγάλο | ρεγάλα |
| Γενική | ρεγάλου | ρεγάλων |
| Αιτιατική | ρεγάλο | ρεγάλα |
| Κλητική | ρεγάλο | ρεγάλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →