ρεγουλάρω
•
- ρυθμίζω κάτι ώστε να λειτουργεί όπως πρέπει Βικιλεξικό
- κάνω κάτι με μέτρο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρεγουλάρω < ρέγουλ(α) + -άρω
Άλλοι τύποι
ρεγουλάριζαρεγουλάρισαρεγουλάρομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →