ρεζές
•
- παρωχημένοο μεντεσές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρεζές < τουρκική reze (στρόφιγγα) < αραβική رزّة (razza)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρεζές | ρεζέδες |
| Γενική | ρεζέ | ρεζέδων |
| Αιτιατική | ρεζέ | ρεζέδες |
| Κλητική | ρεζέ | ρεζέδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →