ρεζεντά
•
- φυτόποώδες αρωματικό φυτό, του γένους Reseda, με φύλλα που πλαισιώνουν ελικωτά τον βλαστό και άνθη που σχηματίζουν στάχυ και θεραπευτικές ιδιότητες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρεζεντά < (άμεσο δάνειο) γαλλική réséda < λατινική resedo (ανακουφίζω, ηρεμώ)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρεζεντά | ρεζεντάδες |
| Γενική | ρεζεντάς | ρεζεντάδων |
| Αιτιατική | ρεζεντά | ρεζεντάδες |
| Κλητική | ρεζεντά | ρεζεντάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →