ρεζερβέ
•
- αυτός που είναι αγκαζαρισμένος, που έχει κρατηθεί Βικιλεξικό
- το εστιατόριο ανοίγει την είσοδο στους θαμώνες του κατόπιν ρεζερβέ
- που βάζω κατά μέρος, που βάζω στην άκρη, έχω ως εφεδρεία Βικιλεξικό
- άσε ένα απόθεμα ρεζερβέ για ώρα έκτακτης ανάγκης
Ετυμολογία
ρεζερβέ < réservé < participe passé του réserver
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →