ρεζουμέ
•
- προφορικόη περίληψη Βικιλεξικό
- η ουσία, το κυρίως στοιχείο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρεζουμέ < (άμεσο δάνειο) γαλλική résumé < résumer < λατινική resumere < resumo < re- + sumo < sub + emo < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₁em- (παίρνω, μοιράζω)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →