Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρεκλάμα

/ɾeˈkla.ma/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαφήμιση Βικιλεξικό
  2. συνεκδοχικάη διαφημιστική επιγραφή ή αφίσα Βικιλεξικό
    • Φωτεινή η ταμπέλα με τα πελώρια γράμματα. Φωτεινές οι ρεκλάμες που αναβοσβήνανε στις δυο γωνιές του μαγαζιού.

Ετυμολογία

ρεκλάμα < (άμεσο δάνειο) γαλλική réclame + -α

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήρεκλάμαρεκλάμες
Γενικήρεκλάμας—
Αιτιατικήρεκλάμαρεκλάμες
Κλητικήρεκλάμαρεκλάμες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →