ρεκλάμα
•
- η διαφήμιση Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάη διαφημιστική επιγραφή ή αφίσα Βικιλεξικό
- Φωτεινή η ταμπέλα με τα πελώρια γράμματα. Φωτεινές οι ρεκλάμες που αναβοσβήνανε στις δυο γωνιές του μαγαζιού.
Ετυμολογία
ρεκλάμα < (άμεσο δάνειο) γαλλική réclame + -α
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρεκλάμα | ρεκλάμες |
| Γενική | ρεκλάμας | — |
| Αιτιατική | ρεκλάμα | ρεκλάμες |
| Κλητική | ρεκλάμα | ρεκλάμες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →