ρελάνς
•
- χαρτοπαιξίαποντάρισμα μεγαλύτερου ποσού απ’ τον αντίπαλο Βικιλεξικό
- μεταφορικάη επανεμφάνιση ιδέας που είχε ξεχαστεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρελάνς < (άμεσο δάνειο) γαλλική relance < relancer < re- + lancer < παλαιά γαλλική lancier < υστερολατινική lanceāre < lanceō < λατινική lancea < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *pleh₂k- (χτυπώ, πλήττω)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →