Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρελάνς

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. χαρτοπαιξίαποντάρισμα μεγαλύτερου ποσού απ’ τον αντίπαλο Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάη επανεμφάνιση ιδέας που είχε ξεχαστεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ρελάνς < (άμεσο δάνειο) γαλλική relance < relancer < re- + lancer < παλαιά γαλλική lancier < υστερολατινική lanceāre < lanceō < λατινική lancea < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *pleh₂k- (χτυπώ, πλήττω)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →