ρελιάζω
•
- βάζω ρέλι σ’ ένα ύφασμα, μια ταπετσαρία, ένα χαρτί κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρελιάζω < ρέλ(ι) + -ιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ρελιάζω | ρελιάζεις | ρελιάζει | ρελιάζουμε | ρελιάζετε | ρελιάζουν / ρελιάζουνε |
| Παρατατικός | ρέλιαζα | ρέλιαζες | ρέλιαζε | ρελιάζαμε | ρελιάζατε | ρέλιαζαν / ρελιάζαν / ρελιάζανε |
| Αόριστος | ρέλιασα | ρέλιασες | ρέλιασε | ρελιάσαμε | ρελιάσατε | ρέλιασαν / ρελιάσαν / ρελιάσανε |
| Μέλλοντας | θα ρελιάζω / θα ρελιάσω | θα ρελιάζεις / θα ρελιάσεις | θα ρελιάζει / θα ρελιάσει | θα ρελιάζουμε / θα ρελιάσουμε | θα ρελιάζετε / θα ρελιάσετε | θα ρελιάζουν / θα ρελιάζουνε / θα ρελιάσουν / θα ρελιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ρελιάσει | έχεις ρελιάσει | έχει ρελιάσει | έχουμε ρελιάσει | έχετε ρελιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ρελιάσει | είχες ρελιάσει | είχε ρελιάσει | είχαμε ρελιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ρελιάσει / να ρελιάζω / να ρελιάσω | να έχεις ρελιάσει / να ρελιάζεις / να ρελιάσεις | να έχει ρελιάσει / να ρελιάζει / να ρελιάσει | να έχουμε ρελιάσει / να ρελιάζουμε / να ρελιάσουμε | να έχετε ρελιάσει / να ρελιάζετε / να ρελιάσετε | να ρελιάζουν / να ρελιάζουνε / να ρελιάσουν / να ρελιάσουνε |
| Προστακτική | — | ρέλιαζε / ρέλιασε | — | — | ρελιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ρελιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →