ρελιάστρα
•
- εξάρτημα ή μηχάνημα που χρησιμοποιείται για το ρέλιασμα Βικιλεξικό
- (ειδικότερα) ειδικό ποδαράκι ραπτομηχανής
- (γενικότερα) μηχάνημα που χρησιμοποιείται για να περαστεί πλαστικό ή μεταλλικό ρέλι σε ύφασμα ή άλλο υλικό
- επάγγελμαγαζώτρια ειδικευμένη στο ρέλιασμα Βικιλεξικό
- ζητείται ρελιάστρα και κορδελιάστρα για φασόν
Ετυμολογία
ρελιάστρα < ρελιάζ(ω) + -τρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρελιάστρα | ρελιάστρες |
| Γενική | ρελιάστρας | ρελιαστρών |
| Αιτιατική | ρελιάστρα | ρελιάστρες |
| Κλητική | ρελιάστρα | ρελιάστρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →