ρεμάλι
•
- άνθρωπος αχρείος, ελεεινός, τιποτένιος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρεμάλι < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική رمال (remmal, γεωμάντης) < αραβική رمل (raml, άμμος) (πληθυντικός: رمال: rimaal) + -ι ή < αλβανική rremall (ψεύτης, απατεώνας) + -ι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρεμάλι | ρεμάλια |
| Γενική | ρεμαλιού | ρεμαλιών |
| Αιτιατική | ρεμάλι | ρεμάλια |
| Κλητική | ρεμάλι | ρεμάλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →