ρεμέντιο
•
- ιδιωματικόπρόχειρη θεραπεία στο πλαίσιο της λαϊκής ιατρικής· γιατροσόφι, γιατρικό Βικιλεξικό
- Τα ρεμέντια της Αριάνθης περιλαμβάνανε αφεψήματα βοτάνων, όπως χαμομήλια, φασκόμηλα, μολοχάντια, φλισκούνια, μέλισσα, δυόσμο, ρίγανη και άλλα. Για τις βαριές εμπύρετες καταστάσεις κομπρέσσες με δυνατό γλυκάδι στο κούτελο
- ιδιωματικόμπάλωμα ρούχου ή επιδιόρθωση αντικειμένου· αποκατάσταση, διόρθωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρεμέντιο < (άμεσο δάνειο) βενετική remedio < λατινική remedium
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρεμέντιο | ρεμέντια |
| Γενική | ρεμέντιου | ρεμέντιων |
| Αιτιατική | ρεμέντιο | ρεμέντια |
| Κλητική | ρεμέντιο | ρεμέντια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →