Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρεμέντιο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ιδιωματικόπρόχειρη θεραπεία στο πλαίσιο της λαϊκής ιατρικής· γιατροσόφι, γιατρικό Βικιλεξικό
    • Τα ρεμέντια της Αριάνθης περιλαμβάνανε αφεψήματα βοτάνων, όπως χαμομήλια, φασκόμηλα, μολοχάντια, φλισκούνια, μέλισσα, δυόσμο, ρίγανη και άλλα. Για τις βαριές εμπύρετες καταστάσεις κομπρέσσες με δυνατό γλυκάδι στο κούτελο
  2. ιδιωματικόμπάλωμα ρούχου ή επιδιόρθωση αντικειμένου· αποκατάσταση, διόρθωση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ρεμέντιο < (άμεσο δάνειο) βενετική remedio < λατινική remedium

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήρεμέντιορεμέντια
Γενικήρεμέντιουρεμέντιων
Αιτιατικήρεμέντιορεμέντια
Κλητικήρεμέντιορεμέντια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →