ρεμενική
•
- η ρεμενική γλώσσα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρεμενική < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου ρεμενικός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρεμενική | — |
| Γενική | ρεμενικής | — |
| Αιτιατική | ρεμενική | — |
| Κλητική | ρεμενική | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →