ρεμετζάρισμα
•
- ναυτικός όροςη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ρεμετζάρω Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ρεμετζάρω Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ρεμετζάρω Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ρεμετζάρω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρεμετζάρισμα < ρεμετζάρ(ω) + -ισμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρεμετζάρισμα | ρεμετζαρίσματα |
| Γενική | ρεμετζαρίσματος | ρεμετζαρισμάτων |
| Αιτιατική | ρεμετζάρισμα | ρεμετζαρίσματα |
| Κλητική | ρεμετζάρισμα | ρεμετζαρίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →