Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρεμούλα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. διαφθοράη οικονομική απάτη Βικιλεξικό
    • Ο υπουργός τάδε έκανε χοντρή ρεμούλα.
    • Ζουν βασιζόμενοι στην διαφθορά και την ρεμούλα των δημοσίων λειτουργών και γενικά αποτελούν με την συμπεριφορά τους κακό παράδειγμα για τους πολίτες και τα παιδιά. (Αντώνιος Περιπατητής, Χοές, 2019, σελ. 80)
    • Άσχημα παρασκευασμένον, με ελλιπείς ποσότητας τροφίμων, συσσίτιον, αυθαιρεσία και ρεμούλα, εις την διαχείρισιν των τροφίμων από τους αξιωματικούς και τα όργανα υπηρεσίας, αίτινες επανειλημμένως έχουν αναφερθεί εις τους ανώτερούς μας, χωρίς να τεθεί τέρμα (Μακρόνησος: Ιστορικός τόπος, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2002, σελ. 117)

Ετυμολογία

ρεμούλα < ίσως (άμεσο δάνειο) ιταλική rimula (μικρό σχίσιμο, ρήγμα) ή < αλβανική rrëmujë (αναστάτωση, αταξία, σύγχυση, λάφυρο από πειρατεία, κλοπιμαίο)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήρεμούλαρεμούλες
Γενικήρεμούλας—
Αιτιατικήρεμούλαρεμούλες
Κλητικήρεμούλαρεμούλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →