ρεμπελιάζω
•
- λαϊκότροποάλλη γραφή του ρεμπελεύω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρεμπελιάζω < ρέμπελος + -ιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ρεμπελιάζω | ρεμπελιάζεις | ρεμπελιάζει | ρεμπελιάζουμε | ρεμπελιάζετε | ρεμπελιάζουν / ρεμπελιάζουνε |
| Παρατατικός | ρεμπέλιαζα | ρεμπέλιαζες | ρεμπέλιαζε | ρεμπελιάζαμε | ρεμπελιάζατε | ρεμπέλιαζαν / ρεμπελιάζαν / ρεμπελιάζανε |
| Αόριστος | ρεμπέλιασα | ρεμπέλιασες | ρεμπέλιασε | ρεμπελιάσαμε | ρεμπελιάσατε | ρεμπέλιασαν / ρεμπελιάσαν / ρεμπελιάσανε |
| Μέλλοντας | θα ρεμπελιάζω / θα ρεμπελιάσω | θα ρεμπελιάζεις / θα ρεμπελιάσεις | θα ρεμπελιάζει / θα ρεμπελιάσει | θα ρεμπελιάζουμε / θα ρεμπελιάσουμε | θα ρεμπελιάζετε / θα ρεμπελιάσετε | θα ρεμπελιάζουν / θα ρεμπελιάζουνε / θα ρεμπελιάσουν / θα ρεμπελιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ρεμπελιάσει | έχεις ρεμπελιάσει | έχει ρεμπελιάσει | έχουμε ρεμπελιάσει | έχετε ρεμπελιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ρεμπελιάσει | είχες ρεμπελιάσει | είχε ρεμπελιάσει | είχαμε ρεμπελιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ρεμπελιάσει / να ρεμπελιάζω / να ρεμπελιάσω | να έχεις ρεμπελιάσει / να ρεμπελιάζεις / να ρεμπελιάσεις | να έχει ρεμπελιάσει / να ρεμπελιάζει / να ρεμπελιάσει | να έχουμε ρεμπελιάσει / να ρεμπελιάζουμε / να ρεμπελιάσουμε | να έχετε ρεμπελιάσει / να ρεμπελιάζετε / να ρεμπελιάσετε | να ρεμπελιάζουν / να ρεμπελιάζουνε / να ρεμπελιάσουν / να ρεμπελιάσουνε |
| Προστακτική | — | ρεμπέλιαζε / ρεμπέλιασε | — | — | ρεμπελιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ρεμπελιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →