ρεμπετεύω
•
- σπάνιοείμαι ρεμπέτης ή ζω σαν αυτούς Βικιλεξικό
- σπάνιογλεντοκοπώ και ασωτεύω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρεμπετεύω < ρεμπέτης + -εύω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ρεμπετεύω | ρεμπετεύεις | ρεμπετεύει | ρεμπετεύουμε | ρεμπετεύετε | ρεμπετεύουν / ρεμπετεύουνε |
| Παρατατικός | ρεμπέτευα | ρεμπέτευες | ρεμπέτευε | ρεμπετεύαμε | ρεμπετεύατε | ρεμπέτευαν / ρεμπετεύαν / ρεμπετεύανε |
| Αόριστος | ρεμπέτεψα | ρεμπέτεψες | ρεμπέτεψε | ρεμπετέψαμε | ρεμπετέψατε | ρεμπέτεψαν / ρεμπετέψαν / ρεμπετέψανε |
| Μέλλοντας | θα ρεμπετέψω / θα ρεμπετεύω | θα ρεμπετέψεις / θα ρεμπετεύεις | θα ρεμπετέψει / θα ρεμπετεύει | θα ρεμπετέψουμε / θα ρεμπετεύουμε | θα ρεμπετέψετε / θα ρεμπετεύετε | θα ρεμπετέψουν / θα ρεμπετέψουνε / θα ρεμπετεύουν / θα ρεμπετεύουνε |
| Παρακείμενος | έχω ρεμπετέψει | έχεις ρεμπετέψει | έχει ρεμπετέψει | έχουμε ρεμπετέψει | έχετε ρεμπετέψει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ρεμπετέψει | είχες ρεμπετέψει | είχε ρεμπετέψει | είχαμε ρεμπετέψει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ρεμπετέψει / να ρεμπετέψω / να ρεμπετεύω | να έχεις ρεμπετέψει / να ρεμπετέψεις / να ρεμπετεύεις | να έχει ρεμπετέψει / να ρεμπετέψει / να ρεμπετεύει | να έχουμε ρεμπετέψει / να ρεμπετέψουμε / να ρεμπετεύουμε | να έχετε ρεμπετέψει / να ρεμπετέψετε / να ρεμπετεύετε | να ρεμπετέψουν / να ρεμπετέψουνε / να ρεμπετεύουν / να ρεμπετεύουνε |
| Προστακτική | — | ρεμπέτευε / ρεμπέτεψε | — | — | ρεμπετέψτε / ρεμπετεύετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →