ρεπατζής
•
- αυτός του οποίου η εργασία είναι να δουλεύει στη θέση άλλων εργαζομένων, όταν οι άλλοι παίρνουν ρεπό Βικιλεξικό
- (μεταφορικά) ο αναπληρωματικός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρεπατζής < ρεπό + -τζής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρεπατζής | ρεπατζήδες |
| Γενική | ρεπατζή | ρεπατζήδων |
| Αιτιατική | ρεπατζή | ρεπατζήδες |
| Κλητική | ρεπατζή | ρεπατζήδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →