Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρεπεράζ

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. κινηματογράφοςη αναζήτηση και η επιλογή των χώρων που απαιτούνται για τα γυρίσματα μιας ταινίας Βικιλεξικό
    • Ο Γερμανός πιτσιρικάς φαίνεται ότι τους κέρδισε όλους: τους κριτικούς στην πατρίδα του και στο εξωτερικό, τους 27 εκδότες που αποφάσισαν να τον μεταφράσουν και τον σκηνοθέτη που ήδη κάνει ρεπεράζ για τη φερώνυμη ταινία. (Εφημερίδα Το Βήμα, 8/10/2000)

Ετυμολογία

ρεπεράζ (νεολογισμός) < (λόγιο δάνειο) γαλλική repérage < repérer + -age < repère / repaire < λατινική reperio < re- + pario

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →