ρεπιασμένος
•
- ιδιωματικόερειπωμένος, χαλασμένος (σε χαλάσματα), μισογκρεμισμένος Βικιλεξικό
- Και πολύ υποπτεύομαι πως πάνω στο ρεπιασμένο εκείνο αρχοντικό και την αυλή με τ' αγριόχορτα έγινε η τεράστια αυτή πολυκατοικία
- Aυτοί οι ληστές καθόντανε μέσα σ' ένα κάστρο ρεπιασμένο, κ' εκεί μέσα περάσανε τη νύχτα.
- Εκεί, έξω από τη σανιδένια, τη ρεπιασμένη πόρτα, παραμονεύει ο Φράγκος
Ετυμολογία
ρεπιασμένος < ουσιαστικό ρέπιο, ρέπι (ερείπιο) + • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Άλλοι τύποι
ρεπιασμέναρεπιασμένερεπιασμένεςρεπιασμένηρεπιασμένηςρεπιασμένορεπιασμένοιρεπιασμένοςρεπιασμένουρεπιασμένουςρεπιασμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →