ρεπλίκα
•
- αντίγραφο ενός έργου τέχνης, ενίοτε δημιουργημένο από τον δημιουργό του πρωτοτύπου Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηαντίγραφο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρεπλίκα < (άμεσο δάνειο) γαλλική réplique (ή ιταλικά replica)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρεπλίκα | ρεπλίκες |
| Γενική | ρεπλίκας | — |
| Αιτιατική | ρεπλίκα | ρεπλίκες |
| Κλητική | ρεπλίκα | ρεπλίκες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →