ρεπορτάζ
•
- η έρευνα ενός θέματος και η παρουσίασή του με δημοσιογραφικό τρόπο σε κάποιο από τα ΜΜΕ Βικιλεξικό
- κοινωνικό / πολιτικό / οικονομικό ρεπορτάζ
- συνεκδοχικάτο αποτέλεσμα της παραπάνω εργασίας σε γραπτή μορφή Βικιλεξικό
- ενδιαφέρον / μακροσκελές / πλήρες ρεπορτάζ
- η εργασία του ρεπόρτερ Βικιλεξικό
- Κάνει καλλιτεχνικό ρεπορτάζ.
Ετυμολογία
ρεπορτάζ < απροσάρμοστο λόγιο δάνειο από τη γαλλική reportage
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →