Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρεπουμπλικανικός

/ɾe.pu.bli.ka.niˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον ρεπουμπλικανισμό ή τους ρεπουμπλικάνους ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ρεπουμπλικανικός < ρεπουμπλικάν(ος) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήρεπουμπλικανικόςρεπουμπλικανικήρεπουμπλικανικό
Γενικήρεπουμπλικανικούρεπουμπλικανικήςρεπουμπλικανικού
Αιτιατικήρεπουμπλικανικόρεπουμπλικανικήρεπουμπλικανικό
Κλητικήρεπουμπλικανικέρεπουμπλικανικήρεπουμπλικανικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήρεπουμπλικανικοίρεπουμπλικανικέςρεπουμπλικανικά
Γενικήρεπουμπλικανικώνρεπουμπλικανικώνρεπουμπλικανικών
Αιτιατικήρεπουμπλικανικούςρεπουμπλικανικέςρεπουμπλικανικά
Κλητικήρεπουμπλικανικοίρεπουμπλικανικέςρεπουμπλικανικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →