Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρεσιτάλ

/ɾe.siˈtal/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. μουσικήεκτέλεση μουσικής σύνθεσης από έναν μουσικό (ενδεχομένως και με τη συνοδεία κι άλλων μουσικών) Βικιλεξικό
    • Η λυρική υψίφωνος Μάτα Κατσούλη συναντά το κοινό του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών σε ένα ρεσιτάλ που θα δοθεί την Τετάρτη 21 Φεβρουαρίου στις 20.30. (*)
  2. μεταφορικάεξαιρετική εμφάνιση ή ερμηνεία κάποιου (ομάδας, αθλητή, ηθοποιού, κ.λπ.) Βικιλεξικό
    • Ήρθε η ώρα μιας ακόμη κωμωδίας του Αλέκου Σακελλάριου. «Ο φίλος μου ο Λευτεράκης», από τις πιο σπαρταριστές κωμωδίες του ελληνικού κινηματογράφου, με τον Ντίνο Ηλιόπουλο να δίνει ρεσιτάλ ερμηνείας… (*)
    • Nέο ρεσιτάλ υποκρισίας έλαβε χώρα χθες στις Βρυξέλλες, με τους υπουργούς Εσωτερικών και Δικαιοσύνης της Ε.Ε. να χύνουν κροκοδείλια δάκρυα για το συνεχιζόμενο δράμα των προσφύγων, την ίδια στιγμή που τους κλείνουν με κάθε μέσο τον μοναδικό «βαλκανικό διάδρομο» προς τη σωτηρία. (*)

Ετυμολογία

ρεσιτάλ < (άμεσο δάνειο) γαλλική récital < récit + -al < réciter < λατινική recitare, απαρέμφατο ενεστώτα του ρήματος recito < re- + cito < cieo < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ḱey-

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →