ρεσπέρης
•
- σπάνιοο γεωργός Βικιλεξικό
- Ο ρεσπέρης για ναγ καλός, πρέπει να βοηθά τζ' ο τζαιρός (Πλοήγηση Κέντρον Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας ανά Λήμμα "ρεσπέρης")
- «Ο ρεσπέρης [ρεσ̆πέρης,ο = ο γεωργός] πριν ν’ αρχίσει να σπέρνει θα πάρει σπόρον από όλα τα είδη χωριστά σε μαντηλιάν, κριθάριν, σιτάριν, ρόβιν κλπ (https://web.archive.org/web/20191012175331/http://foodmuseum.cs.ucy.ac.cy/web/guest/parsintages/civitem/3416)
Ετυμολογία
ρεσπέρης < (άμεσο δάνειο) τουρκική rençper < περσική رنجبر (ranj-bar)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρεσπέρης | ρεσπέρηδες |
| Γενική | ρεσπέρη | ρεσπέρηδων |
| Αιτιατική | ρεσπέρη | ρεσπέρηδες |
| Κλητική | ρεσπέρη | ρεσπέρηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →