ρετινόλη
•
- χημείαλιποδιαλυτή καροτενοειδής βιταμίνη της οικογένειας των βιταμινών Α (βιταμίνη Α₁) που βρίσκεται σε τρόφιμα (πράσινα λαχανικά, ιχθυέλαια) κι έχει ευεργετικές ιδιότητες (ανάπτυξη των οστών, φυσιολογική όραση κ.λπ.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρετινόλη < αγγλική retinol < retina < μεσαιωνική λατινική retina < λατινική rete (δίχτυ)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρετινόλη | ρετινόλες |
| Γενική | ρετινόλης | ρετινολών |
| Αιτιατική | ρετινόλη | ρετινόλες |
| Κλητική | ρετινόλη | ρετινόλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →