Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρετουσάρισμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. διόρθωση, βελτίωση Βικιλεξικό
    • Η ολοένα εντεινόμενη ένταση της ρητορικής τρόμου, σύμφωνα με την έκφραση «σοκ και δέος», περιελάμβανε την εφαρμοσμένη τέχνη (δηλαδή την επικοινωνιακή διαχείριση) της πλήρους διαστροφής εννοιών, νοημάτων και φράσεων, ένα διαρκές «ρετουσάρισμα» της πραγματικότητας, συνοδευόμενη από την κατασκευή διχαστικών διχοτομιών και έναν ιδεολογικά εμμονικό σαδισμό, με έναν σαφέστατο και άμεσο στόχο: τη μετάλλαξη των πολιτών σε συγκατανευσιφάγους και σε οσφυοκάμπτες) (Προπαγάνδα: προβλήματα και συνέπειες, Εφημερίδα των Συντακτών, 09/07/2015 https://www.efsyn.gr/tehnes/media/33213_propaganda-problimata-kai-synepeies)

Ετυμολογία

ρετουσάρισμα < ρετουσάρω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήρετουσάρισμαρετουσαρίσματα
Γενικήρετουσαρίσματοςρετουσαρισμάτων
Αιτιατικήρετουσάρισμαρετουσαρίσματα
Κλητικήρετουσάρισμαρετουσαρίσματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →