ρετροϊός
•
- βιολογίαιός (π.χ. ο ιός του HIV που προκαλεί το AIDS) που χρησιμοποιεί το RNA ως γενετικό υλικό και το μετατρέπει σε DNA Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρετροϊός < λατινική retro + ιός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική retrovirus ή (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική rétrovirus)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρετροϊός | ρετροϊοί |
| Γενική | ρετροϊού | ρετροϊών |
| Αιτιατική | ρετροϊό | ρετροϊούς |
| Κλητική | ρετροϊέ | ρετροϊοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →