Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρετσίνα

/ɾeˈt͡si.na/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ποτόείδος λευκού κρασιού που έχει πάρει άρωμα από ρετσίνι Βικιλεξικό
    • [Ή]πια τρία βαρέλια ρετσίνα στην Δόμνα χτες, για να ξεχάσω.
  2. σπάνιοπηχτό υγρό που εκκρίνουν κωνοφόρα και άλλα δέντρα Βικιλεξικό
    • Το πεύκο στάλαζε ρετσίνα.
  3. φθηνό ελληνικό βαμβακερό ύφασμα Βικιλεξικό
    • Οι ρετσίνες λοιπόν, τα υφάσματα του [Θεόδωρου] Ρετσίνα, έγιναν περιζήτητα, ειδικά μάλιστα από την ακαδημαϊκή κίνηση του 1888 και μετά. (Από το Διαδίκτυο)
  4. παντελόνι φτιαγμένο από φθηνό ελληνικό βαμβακερό ύφασμα (συνήθως στον πληθυντικό αριθμό) Βικιλεξικό
    • Φόρεσε την παλιά του ρετσίνα κι έφυγε για τη δουλειά.

Ετυμολογία

ρετσίνα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ρετσίνη < αρχαία ελληνική ῥητίνη

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήρετσίναρετσίνες
Γενικήρετσίναςρετσινών
Αιτιατικήρετσίναρετσίνες
Κλητικήρετσίναρετσίνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →