ρετσίνα
•
- ποτόείδος λευκού κρασιού που έχει πάρει άρωμα από ρετσίνι Βικιλεξικό
- [Ή]πια τρία βαρέλια ρετσίνα στην Δόμνα χτες, για να ξεχάσω.
- σπάνιοπηχτό υγρό που εκκρίνουν κωνοφόρα και άλλα δέντρα Βικιλεξικό
- Το πεύκο στάλαζε ρετσίνα.
- φθηνό ελληνικό βαμβακερό ύφασμα Βικιλεξικό
- Οι ρετσίνες λοιπόν, τα υφάσματα του [Θεόδωρου] Ρετσίνα, έγιναν περιζήτητα, ειδικά μάλιστα από την ακαδημαϊκή κίνηση του 1888 και μετά. (Από το Διαδίκτυο)
- παντελόνι φτιαγμένο από φθηνό ελληνικό βαμβακερό ύφασμα (συνήθως στον πληθυντικό αριθμό) Βικιλεξικό
- Φόρεσε την παλιά του ρετσίνα κι έφυγε για τη δουλειά.
Ετυμολογία
ρετσίνα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ρετσίνη < αρχαία ελληνική ῥητίνη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρετσίνα | ρετσίνες |
| Γενική | ρετσίνας | ρετσινών |
| Αιτιατική | ρετσίνα | ρετσίνες |
| Κλητική | ρετσίνα | ρετσίνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →