Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρετσινοσυλλέκτης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμαπου μαζεύει ρετσίνι, βλέπε: ρητινοσυλλέκτης Βικιλεξικό
    • Για τα μέτρα προς τους πυρόπληκτους δήλωσε πως τα μέτρα που ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός είναι προς την σωστή κατεύθυνση και πως αναμένουν να δουν εξειδίκευση σε ομάδες επαγγελματιών όπως 'ρετσινοσυλλέκτες και κτηνοτρόφους που δεν έχουν τίποτα να βιοποριστούν. (Αντιπεριφερειάρχης Εύβοιας: Η βραδιά θα μας βρει χωρίς ενεργά μέτωπα, Reporter.gr, 10/8/2021 https://web.archive.org/web/20230102173100/https://www.reporter.gr/Oles-oi-eidhseis/490328-Antiperifereiarchhs-Eyboias-H-bradia-tha-mas-brei-chwris-energa-metwpa)

Ετυμολογία

ρετσινοσυλλέκτης < ρετσίν(ι) + -ο- + συλλέκτης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήρετσινοσυλλέκτηςρετσινοσυλλέκτες
Γενικήρετσινοσυλλέκτηρετσινοσυλλεκτών
Αιτιατικήρετσινοσυλλέκτηρετσινοσυλλέκτες
Κλητικήρετσινοσυλλέκτηρετσινοσυλλέκτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →