ρευματοδότης
•
- ηλεκτρολογίαεντοιχισμένο εξάρτημα της ηλεκτρικής εγκατάστασης ενός κτηρίου, πάνω στο οποίο συνδέεται το καλώδιο τροφοδοσίας με ρεύμα των ηλεκτρικών συσκευών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρευματοδότης < ρεύμα + δότης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρευματοδότης | ρευματοδότες |
| Γενική | ρευματοδότη | ρευματοδοτών |
| Αιτιατική | ρευματοδότη | ρευματοδότες |
| Κλητική | ρευματοδότη | ρευματοδότες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →