ρευματολογικός
•
- ιατρικήσχετικός με την ιατρική ειδικότητα της ρευματολογίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρευματολογικός < ρευματολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ρευματολογικός | ρευματολογική | ρευματολογικό |
| Γενική | ρευματολογικού | ρευματολογικής | ρευματολογικού |
| Αιτιατική | ρευματολογικό | ρευματολογική | ρευματολογικό |
| Κλητική | ρευματολογικέ | ρευματολογική | ρευματολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ρευματολογικοί | ρευματολογικές | ρευματολογικά |
| Γενική | ρευματολογικών | ρευματολογικών | ρευματολογικών |
| Αιτιατική | ρευματολογικούς | ρευματολογικές | ρευματολογικά |
| Κλητική | ρευματολογικοί | ρευματολογικές | ρευματολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →