ρευστομηχανική
•
- φυσικήκλάδος της κλασικής μηχανικής με κύριο αντικείμενο τη συμπεριφορά των ρευστών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρευστομηχανική < ρευστ(ός) + -ο- μηχανική (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική fluid mechanics ή μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική mécanique des fluides)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρευστομηχανική | — |
| Γενική | ρευστομηχανικής | — |
| Αιτιατική | ρευστομηχανική | — |
| Κλητική | ρευστομηχανική | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →