ρευστοποιούμαι
•
- στο τρίτο πρόσωπο, από στερεός, γίνομαι ρευστός, υγρός ή αέριος Βικιλεξικό
- το έδαφος ρευστοποιείται και αυτό έχει ως αποτέλεσμα γεωλογικά φαινόμενα
- στο τρίτο προσωπο, ενα κεφάλαιο γίνεται χρήμα, αλλάζει μορφή, π.χ. από ακίνητη περιουσία ή μετοχές μετατρέπεται σε χρήμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρευστοποιούμαι < παθητική φωνή του ρήματος ρευστοποιώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ρευστοποιούμαι | ρευστοποιείσαι | ρευστοποιείται | ρευστοποιούμαστε | ρευστοποιείστε | ρευστοποιούνται |
| Παρατατικός | ρευστοποιούμουν | ρευστοποιούσουν | ρευστοποιούνταν | ρευστοποιούμασταν / ρευστοποιούμαστε | ρευστοποιούσασταν / ρευστοποιούσαστε | ρευστοποιούνταν |
| Αόριστος | ρευστοποιήθηκα | ρευστοποιήθηκες | ρευστοποιήθηκε | ρευστοποιηθήκαμε | ρευστοποιηθήκατε | ρευστοποιήθηκαν / ρευστοποιηθήκαν / ρευστοποιηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα ρευστοποιηθώ / θα ρευστοποιούμαι | θα ρευστοποιείσαι / θα ρευστοποιηθείς | θα ρευστοποιείται / θα ρευστοποιηθεί | θα ρευστοποιηθούμε / θα ρευστοποιούμαστε | θα ρευστοποιείστε / θα ρευστοποιηθείτε | θα ρευστοποιηθούν / θα ρευστοποιηθούνε / θα ρευστοποιούνται |
| Παρακείμενος | έχω ρευστοποιηθεί | έχεις ρευστοποιηθεί | έχει ρευστοποιηθεί | έχουμε ρευστοποιηθεί | έχετε ρευστοποιηθεί | έχουν ρευστοποιηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα ρευστοποιηθεί | είχες ρευστοποιηθεί | είχε ρευστοποιηθεί | είχαμε ρευστοποιηθεί | είχατε ρευστοποιηθεί | είχαν ρευστοποιηθεί |
| Υποτακτική | να έχω ρευστοποιηθεί / να ρευστοποιηθώ / να ρευστοποιούμαι | να έχεις ρευστοποιηθεί / να ρευστοποιείσαι / να ρευστοποιηθείς | να έχει ρευστοποιηθεί / να ρευστοποιείται / να ρευστοποιηθεί | να έχουμε ρευστοποιηθεί / να ρευστοποιηθούμε / να ρευστοποιούμαστε | να έχετε ρευστοποιηθεί / να ρευστοποιείστε / να ρευστοποιηθείτε | να έχουν ρευστοποιηθεί / να ρευστοποιηθούν / να ρευστοποιηθούνε / να ρευστοποιούνται |
| Προστακτική | — | ρευστοποιήσου | — | — | ρευστοποιείστε / ρευστοποιηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →