Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρευστοποιούμαι

ρήμα
•
  1. στο τρίτο πρόσωπο, από στερεός, γίνομαι ρευστός, υγρός ή αέριος Βικιλεξικό
    • το έδαφος ρευστοποιείται και αυτό έχει ως αποτέλεσμα γεωλογικά φαινόμενα
  2. στο τρίτο προσωπο, ενα κεφάλαιο γίνεται χρήμα, αλλάζει μορφή, π.χ. από ακίνητη περιουσία ή μετοχές μετατρέπεται σε χρήμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ρευστοποιούμαι < παθητική φωνή του ρήματος ρευστοποιώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςρευστοποιούμαιρευστοποιείσαιρευστοποιείταιρευστοποιούμαστερευστοποιείστερευστοποιούνται
Παρατατικόςρευστοποιούμουνρευστοποιούσουνρευστοποιούντανρευστοποιούμασταν / ρευστοποιούμαστερευστοποιούσασταν / ρευστοποιούσαστερευστοποιούνταν
Αόριστοςρευστοποιήθηκαρευστοποιήθηκεςρευστοποιήθηκερευστοποιηθήκαμερευστοποιηθήκατερευστοποιήθηκαν / ρευστοποιηθήκαν / ρευστοποιηθήκανε
Μέλλονταςθα ρευστοποιηθώ / θα ρευστοποιούμαιθα ρευστοποιείσαι / θα ρευστοποιηθείςθα ρευστοποιείται / θα ρευστοποιηθείθα ρευστοποιηθούμε / θα ρευστοποιούμαστεθα ρευστοποιείστε / θα ρευστοποιηθείτεθα ρευστοποιηθούν / θα ρευστοποιηθούνε / θα ρευστοποιούνται
Παρακείμενοςέχω ρευστοποιηθείέχεις ρευστοποιηθείέχει ρευστοποιηθείέχουμε ρευστοποιηθείέχετε ρευστοποιηθείέχουν ρευστοποιηθεί
Υπερσυντέλικοςείχα ρευστοποιηθείείχες ρευστοποιηθείείχε ρευστοποιηθείείχαμε ρευστοποιηθείείχατε ρευστοποιηθείείχαν ρευστοποιηθεί
Υποτακτικήνα έχω ρευστοποιηθεί / να ρευστοποιηθώ / να ρευστοποιούμαινα έχεις ρευστοποιηθεί / να ρευστοποιείσαι / να ρευστοποιηθείςνα έχει ρευστοποιηθεί / να ρευστοποιείται / να ρευστοποιηθείνα έχουμε ρευστοποιηθεί / να ρευστοποιηθούμε / να ρευστοποιούμαστενα έχετε ρευστοποιηθεί / να ρευστοποιείστε / να ρευστοποιηθείτενα έχουν ρευστοποιηθεί / να ρευστοποιηθούν / να ρευστοποιηθούνε / να ρευστοποιούνται
Προστακτική—ρευστοποιήσου——ρευστοποιείστε / ρευστοποιηθείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →