Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρευστότητα

/ɾefˈsto.ti.ta/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ιδιότητα των ρευστών (υγρών και αερίων) σωμάτων να κινούνται και να μεταβάλλουν το σχήμα τους Βικιλεξικό
  2. η ιδιότητα μιας κατάστασης που είναι ρευστή, ασταθής, που βρίσκεται σε διαρκή μεταβολή Βικιλεξικό
    • Εξετάζει επίσης τα ιστορικά συμφραζόμενα της πρόσληψης αυτών των αναγνωσμάτων, αναδεικνύοντας τους ανταγωνισμούς των διαφορετικών πολιτισμικών και διανοητικών παραδόσεων (επτανησιακή και φαναριώτικη παράδοση, κοραϊκή σκέψη), τους διαξιφισμούς για το γλωσσικό ζήτημα, τη ρευστότητα του λογοτεχνικού κανόνα αλλά και τον ρόλο του Κρητικού Ζητήματος στον καιρό της Μεγάλης Ιδέας.
  3. οικονομίαη ύπαρξη του αναγκαίου χρήματος σε μετρητά Βικιλεξικό
    • Mε αμείωτο ρυθμό συνεχίστηκε και τον Ιούνιο η μείωση των χορηγήσεων σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά, με αποτέλεσμα η αγορά να έχει στεγνώσει από ρευστότητα. (εφ. Ελευθεροτυπία, 25/7/2014)
    • Η διαδικασία της ανακεφαλαιοποίησης και η σταθεροποίηση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος αποτελούν βασική προϋπόθεση για την παροχή ρευστότητας στην πραγματική οικονομία και άρα και για την πολυπόθητη ανάκαμψη. (εφημερδία Το Βήμα, 31/8/2012)
  4. η αστάθεια Βικιλεξικό
    • μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις αντιμετώπησαν οικονομικά προβλήματα και ρευστότητα στις αποικίες

Ετυμολογία

ρευστότητα < ρευστός + -ότητα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήρευστότηταρευστότητες
Γενικήρευστότηταςρευστοτήτων
Αιτιατικήρευστότηταρευστότητες
Κλητικήρευστότηταρευστότητες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →