ρεφενίζω
•
- συνεισφέρω στην πληρωμή ρεφενέ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρεφενίζω < ρεφενές + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ρεφενίζω | ρεφενίζεις | ρεφενίζει | ρεφενίζουμε | ρεφενίζετε | ρεφενίζουν / ρεφενίζουνε |
| Παρατατικός | ρεφένιζα | ρεφένιζες | ρεφένιζε | ρεφενίζαμε | ρεφενίζατε | ρεφένιζαν / ρεφενίζαν / ρεφενίζανε |
| Αόριστος | ρεφένισα | ρεφένισες | ρεφένισε | ρεφενίσαμε | ρεφενίσατε | ρεφένισαν / ρεφενίσαν / ρεφενίσανε |
| Μέλλοντας | θα ρεφενίζω / θα ρεφενίσω | θα ρεφενίζεις / θα ρεφενίσεις | θα ρεφενίζει / θα ρεφενίσει | θα ρεφενίζουμε / θα ρεφενίσουμε | θα ρεφενίζετε / θα ρεφενίσετε | θα ρεφενίζουν / θα ρεφενίζουνε / θα ρεφενίσουν / θα ρεφενίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ρεφενίσει | έχεις ρεφενίσει | έχει ρεφενίσει | έχουμε ρεφενίσει | έχετε ρεφενίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ρεφενίσει | είχες ρεφενίσει | είχε ρεφενίσει | είχαμε ρεφενίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ρεφενίσει / να ρεφενίζω / να ρεφενίσω | να έχεις ρεφενίσει / να ρεφενίζεις / να ρεφενίσεις | να έχει ρεφενίσει / να ρεφενίζει / να ρεφενίσει | να έχουμε ρεφενίσει / να ρεφενίζουμε / να ρεφενίσουμε | να έχετε ρεφενίσει / να ρεφενίζετε / να ρεφενίσετε | να ρεφενίζουν / να ρεφενίζουνε / να ρεφενίσουν / να ρεφενίσουνε |
| Προστακτική | — | ρεφένιζε / ρεφένισε | — | — | ρεφενίζετε / ρεφενίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →