ρεφερής
•
- παρωχημένολιγότερο συχνή προφορά του ρέφερης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρεφερής < (άμεσο δάνειο) αγγλική referee + -ς για προσαρμογή σε ελληνική κλίση (ρεφερ(ί) + -ής) Και συχνότερη προφορά ρέφερης.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρεφερής | ρεφερήδες |
| Γενική | ρεφερή | ρεφερήδων |
| Αιτιατική | ρεφερή | ρεφερήδες |
| Κλητική | ρεφερή | ρεφερήδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →